Πάντα μου άρεσε να βλέπω την πόλη από ψηλά. Ψαχούλευα τις γειτονιές, γύρευα κάποια ταράτσα γνωστή. Αναγνώριζα δρόμους, έβλεπα το μάκρος και το πλάτος. Τα νησιά που σχηματίζουν το αρχιπέλαγος μέσα στο οποίο έπλεα και εγώ. Είναι μια στιγμιαία απόλαυση, σχεδόν θεϊκή.

Εγώ, χαζεύω άλλη μια φορά, το μεγάλο κομμάτι της κοιλάδας του Besós. Εκεί ζουν 1.000.000 άνθρωποι. Σε μεγάλο βαθμό είναι μια περιοχή άγνωστη στους επισκέπτες της Βαρκελώνης.
Για λίγο το μεγάλο τέρας παίρνει μορφή και αποκτά όρια. Οι διακλαδώσεις του ενώνονται σε ένα πελώριο δίκτυο. Σαν το ανθρώπινο σώμα, η κάθε φλέβα να καταλήγει σε ένα όργανο και από εκεί να αρχινάει καινούργια. Για λίγο, μονάχα λίγες στιγμές αρκούν για να γεννηθεί η οικειότητα με το μεγάλο τέρας. Μετά, γίνεται και αυτό μια εικόνα. Άλλο ένα σύνολο από χρώματα και σχήματα, προσφέρεται να θρέψει την αχόρταγη όρεξή των ματιών μας. Μέχρι την επόμενη εικόνα. Σαν μια σειρά στην τηλεόραση.
Η πόλη τη μέρα είναι αναγνωρίσιμη, αδιάφορη, αόριστη, θελκτική όμως μονότονη. Της λείπει η κίνηση, δεν έχει παλμό. Η πόλη τη μέρα είναι σαν ένα έκθεμα σε μουσείο, ένα αντικείμενο με μεγάλη αξία ιστορική και επιστημονική. Δεν έχει όμως την ενέργεια να παρασύρει, να σπείρει ζωή. Τη μέρα ο ουρανός δεν παίρνει το χρώμα της. Τη μέρα όμως που η πόλη χαρίζει στιγμές οικειότητας. Όταν βρεις που μένεις, ποιο κτίριο είναι εκείνο το ψηλό στο βάθος, εκείνο που αχνοφαίνεται θαμπό, μέσα στο αχνό γαλάζιο του ουρανού μέσα στη σκόνη.
Τη νύχτα το σκηνικό γίνεται λαμπερό, χρυσαφιές αποχρώσεις σε ένα μεγάλο, χάλκινο σχεδόν ερυθρό, πέπλο. Το χρώμα που χαρίζουν οι χιλιάδες λαμπτήρες, στηριγμένοι σε κολώνες, άλλοι κρεμαστοί, άλλοι στο έδαφος. Ακόμα, μερικές χιλιάδες από αυτούς να κινούνται πέρα δώθε, στην πορεία των αυτοκινήτων και να σχηματίζουν κύματα από αχτίδες κίτρινης λάμψης. Στη βροχή δε τα χρώματα αστράφτουν περισσότερο. Αντιφεγγίζουν σα μικρές νιφάδες. Και όμως, τη νύχτα, το σκοτάδι πίσω από το ηλεκτρικό φως κρύβει. Τη νύχτα η πόλη, όπως και στο δρόμο, παίρνει την όμορφη, απόμακρη και άγρια όψη της. Κάποια άλλη φορά θα φωτογραφίσω τη νύχτα.

Οι τρεις χαρακτηριστικές καμινάδες στη Sant Adriá de Besós. Ενέργεια, ο "μαύρος" πνεύμονας από το παρελθόν.
Μια βόλτα στα ψηλά σημεία της πόλης πάντα φανερώνει την κρυμμένη αισθητική των μεγεθών. Μια βόλτα με φυσικό φως, με τους τόνους να τους καθορίζουν ο ήλιος και τα σύννεφα. Χωρίς βροχή για να μην κρύβεται το βάθος πίσω από τις σταγόνες. Στη Βαρκελώνη οι λόφοι δε λείπουν ενώ τα καλά προσεγμένα πάρκα που βρίσκονται σε αυτούς προσφέρουν άλλη μια απόλαυση στους περίεργους.

Οι όγκοι. Οι πρώτοι φαίνονται να υπερκαλύπτουν τους χιλιάδες που τους ακολουθούν. Η αποκορύφωση της προοπτικής.
Από το λόφο του Montjuic στο κέντρο της πόλης μέχρι τους απόκεντρους στη γειτονία του Carmel, στην ίδια γραμμή με το διάσημο parc güell και το πάρκο του Coll. Για τους πιο απαιτητικούς ο επαρχιακός δρόμος που συνδέει το κέντρο με τα προάστια, Las Planes και La Floresta, λίγο μετά τη Sarriá πρσφέρει μια από τις καλύτερες όψεις σχεδόν όλου του αστικού ιστού. Σε ένα καλό ύψος στο λόφο της Collserola έχει στηθεί ένα μικρό παρατηρητήριο όπου υπάρχει χώρος για να σταθμεύσει το όχημα. Αλλά γι αυτό καλό είναι να ψάξει ο κάθε ενδιαφερόμενος από μόνος του. Σαν ένα καταφύγιο προσωπικό.
Εξερεύνηση, θέαση, απόλαυση από ψηλά, περιέργεια, αυθόρμητη ανάγκη, συνήθεια κληρονομημένη από τους μεγαλύτερους όταν είμασταν μικροί, μια βόλτα όπως όλες οι άλλες, θαυμασμός, δέος, αποστροφή, παρατήρηση, σιωπή. Κάποιες στιγμές η σιωπή διαρκεί αρκετά για να σκεφτούμε τι κάνουμε όταν χαζεύουμε την πόλη από ψηλά. Μέσα στη σιωπή κολυμπάνε συναισθήματα και εντυπώσεις. Η πόλη το μεγάλο, τσιμεντένιο πέλαγος τους χαρίζει όλο το αναγκαίο πεδίο.




Pingback: Κοιτάζωντας από ψηλά. Μέρα. | Μπαρσαλόνα