Αφορμή γι αυτό το άρθρο είναι η αίσθηση της εγγύτητας ανάμεσα στην πλατεία Συντάγματος της Αθήνας και την πλατεία της Καταλωνίας στη Βαρκελώνη. Γεννήθηκε μέσα μου, μέρα τη μέρα, όλο αυτό το διάστημα που και εδώ και εκεί νοιώθω ότι κάτι νέο χτίζεται.
Θα είσαι μια ζωή ξένος. Ακόμα και αν η σύντροφος σου είναι ισπανίδα εσύ θα παραμένεις ξένος. Την ονομάζουν ξενιτειά γιατί, είναι μια κατάσταση γεμάτη δυσκολίες. Δεν παίρνεις εύκολα την απόφαση να αφήσεις το λιμάνι σου και να ανοιχτείς σε πελάγη άγνωστα.
Αυτές οι λέξεις συνόδευαν αρκετές από τις συζητήσεις με τη μάνα μου. Έρχονταν μετά από μια δήλωσή μου, ότι για μένα το κεφάλαιο Ισπανία δεν έχει κλείσει, ότι νοιώθω πως πρέπει να επενδύσω και άλλο στη γλώσσα, ότι στην Ελλάδα οι προοπτικές για μια αξιοπρεπή ζωή συνεχώς λιγοστεύουνε.

Η μεσόγειος, η θάλασσα με τις ακτές που γεννήσανε πολιτισμούς. Ανέκαθεν οι κάτοικοι αυτών των ακτών μετακινούνταν.
Γύρισα λοιπόν και μια σειρά από συγκυρίες με έφερε στην πόλη που γνωρίζω καλύτερα. Έφτασα στη Βαρκελώνη, μετά από μια σύντομη παραμονή στη χώρα των Βάσκων, ένα λαμπερό πρωινό, στις 17 Μαΐου 2011. Γρήγορα κατάλαβα πως στην πόλη κινούταν ένα ρεύμα καινούργιο σε μένα. Το προκαλούσαν άνθρωποι μπαϊλντισμένοι από το μονότονο και αναποτελεσματικό πολιτικό σύστημα.
Αφού το κόλπο με τις κατασκευές έσβησε και η ανεργία φούντωσε, αγανακτήσανε. Ποτέ δεν είναι αργά άλλωστε. Βγήκανε σε μια πορεία στο δρόμο, φωνάξανε για αληθινή δημοκρατία. Η καινοτομία της υπόθεσης είναι ότι εκείνη την Κυριακή στις 15 του Μάη δε γυρίσανε σπίτια τους αλλά παραμείνανε στην πλατεία. Τότε ήταν η Μαδρίτη που έστελνε το μήνυμα και οι εδώ στη Βαρκελώνη ανταποκρίθηκαν.

"Οι πολιτικοί τρέφονται με κρέας εργατικό" Ένα σύνθημα από τα χιλιάδες ίσως, αραγμένα σε κάθε γωνιά και επιφάνεια της πλατείας.
Φέρανε μάλιστα υπνόσακους, οργανώσανε μια μεγάλη κουζίνα, κατασκευάσανε ένα ιατρείο, εγκαταστάσεις πληροφορικής, ακόμα και σπίτια στα δέντρα, ανανεώσανε τον κήπο στο βόρειο τμήμα της πλατείας, στήσανε ένα σύνολο από ηχεία, και γεμίσανε τον τόπο με συνθήματα, γραμμένα σε χαρτί, πανιά, σε επιφάνειες ξύλινες. Η plaça catalunya έγινε με μιας τόπος συνεύρεσης. Μέχρι τότε ήτανε ένας τόπος άδειος από νόημα, ψυχρός, αδιάφορος, ένα πέρασμα. Με μιας μεταμορφώθηκε. Για κάποιες εβδομάδες έγινε τόπος με περιεχόμενο, προορισμός, εντάχθηκε στην καθημερινότητά μου, με απασχολούσε.

Λεπτομέρεια από την κουζίνα. Αυτή η φωτογραφία όπως και όλες οι υπόλοιπες είναι από το blog της acampada de plaza Catalunya: www.acampadabcn.wordpress.com εγώ κόμπιασα να βγάλω τη μηχανούλα μου. Όταν ένοιωσα έτοιμος ήταν πλέον αργά.
Η πλατεία μεταμορφωνόταν. Ο κόσμος που παρέμενε πρωί και βράδυ εκεί αλλοίωνε τη φυσιογνωμία της. Πρόσθεταν κατασκευές, ανακύκλωναν υλικά από το δρόμο, δοκάρια, υφάσματα, πλαστικές επιφάνειες, σπάγκο και κολλητικές ταινίες, πρόκες, βίδες. Με τον καιρό ένα ιδιόμορφο χωριό γεννήθηκε στον κεντρικό δημόσιο χώρο της πόλης. Στην αρχή επιτρέπονταν μόνο υπνόσακοι όμως με το πέρασμα των ημερών οι σκηνές αυξάνονταν. Για μένα οι εικόνες αυτές ήτανε πρωτόγνωρες.

Οι τελευταίες στιγμές μιας κατοικίας στο δέντρο. Η καθαριότητα είναι εκεί να σβήσει τις ουλές της καταστολής.
Ακόμα τα συναισθήματα που βίωνα στη διάρκεια εκείνων των αρχικών, μεγάλων και σιωπηλών συνελεύσεων ήταν αδύνατο να τα ξεδιαλύνω. Δεν είχα ξαναδεί τόσες χιλιάδες ανθρώπων να σέβονται, καθισμένοι οκλαδόν, μια διαδικασία λήψης αποφάσεων βασισμένης στην αρχή της ισότιμης συμμετοχής. Βέβαια στην ουσία οι προτάσεις είχανε δουλευτεί σε συνελεύσεις μικρότερες. Το βράδυ μόνο προκρίνονταν η κατακυρώνονταν. Όλα αυτά κάτω από το κίτρινο ηλεκτρικό φως της μεγαλούπολης και τη λάμψη των προβολέων. Ένα θέαμα νυκτερινό. Ήταν κάποιες στιγμές συγκινητικές. Όταν έβλεπα τα χέρια να σηκώνονται για να επικροτήσουν, στις 12 τα μεσάνυχτα, κάποιες ζεστές νύχτες του Μαΐου. Ο ενθουσιασμός κυριαρχούσε.
Κάτι με φρέναρε όμως και δε μπορούσα να είμαι διάτρητος απέναντι σε αυτά τα ερεθίσματα. Καταλάβαινα ότι μια απόσταση αναπτυσσόταν ανάμεσα σε εμένα και σε αυτό το ιδιοτυπο κίνημα. Είχε να κάνει με τις πολιτικές μου καταβολές αλλά και με την ανησυχία για την εξέλιξη της κοινωνικής κατάστασης στην Ελλάδα. Ήτανε πολύ μεγάλο. Ήθελα να μάθω πως δουλεύει. Ποια άτομα το θρέφουν, που βρίσκεται ο πυρήνας, γιατί, φυσικά, αρνούμουνα να πιστέψω ότι όλο αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας σπασμωδικής αντίδρασης. Δεν το έβλεπα αυθόρμητο στην ολότητά του αλλά επιμέρους. Πήγαινα κυρίως στις βραδινές γενικές συνελεύσεις.
Ποτέ δε μπορούσα να φανταστώ ότι θα διαμορφωνόταν με αυτόν τον τρόπο μια διαδήλωση διαμαρτυρίας. Έμοιαζε να εμφανίζεται μια πόλη, μια σφηκοφωλιά, αντίθετη με την κατεύθυνση της ήδη υπάρχουσας. Όλα αυτά όμως στο πλαίσιο και στα περιθώρια, γεωγραφικά και κοινωνικά που όριζε η πλατεία. Στα απέναντι πεζοδρόμια η ζωή κυλούσε στο ίδιο ποτάμι. Τα νερά αυτού του ποταμιού δε μολύνονταν από το νερό στη λίμνη της επανάστασης. Κάθε άλλο μάλιστα. Όποτε βρισκόταν η ευκαιρία επιχειρούσαν να την αποστραγγίσουν.

Επιχείρηση καθαριότητας επικύνδυνων υλικών εν όψει του πανηγυρισμού των οπαδών της Μπάρτσα ονομάστηκε η βάρβαρη εκκένωση στις 27 Μαϊου.

Είναι να τη θαυμάζεις την καταλανική αστυνομία. Επαγγελματίες με ζήλο. Η φωτογραφία είναι από την ίδια επιχείρηση. Απέναντι τους είχαν χέρια σε ανάταση.
Θα μπορούσα να γράψω και να επεκταθώ για αυτές τις 20 μέρες ενεργής παρουσίας στην πλατεία. Ο λόγος όμως που με οδήγησε να γράψω έιναι μια απάντηση στα λόγια της μάνας μου, στις λέξεις στον πρόλογο.

Η επιχείρηση όμως τελείωσε με τους διαδηλωτές νικήτες αν και ερασιτέχνες. Φωτογραφία από την ανακατάληψη της πλατείας.
Αυτές τις τελευταίες μέρες λοιπόν, αυτό το καλοκαίρι η ξενιτειά ξαφνικά έβαλε μια μάσκα και έγινε πιο μαλακή, πιο ανθρώπινη. Η πατρίδα ήρθε πιο κοντά αλλά όχι για καλό σκοπό. Την έφερε κοντά το ενδιαφέρον των εδώ ανθρώπων για εκείνην. Όχι πάντα με τα ίδια κίνητρα. Οι από κάτω είναι αλληλέγγυοι, αγωνιούν για το μέλλον της μήτρας του πολιτισμού τους, στις πορείες τους έχουνε και έλληνες, ανεμίζουν καμιά ελληνική σημαία και που και που ακούγεται και κανένα σύνθημα στα ελληνικά όπως το «Από την Αθήνα μέχρι τη Βαρκελώνη Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Οι από πάνω δε γνωρίζω τι σκέφτονται μαντεύω όμως τη σκέψη τους έτσι όπως τη βλέπω να αντικατοπτρίζεται στον αστικό τύπο. Διακρίνω την ανησυχία τους σε μια ενδεχόμενη ανωμαλία στη διάσωση, όπως την αποκαλούν, της Ελλάδας. Όπως και να έχει το πράμα αυτό το καλοκαίρι οι αποστάσεις μικρύνανε.





Pingback: Καταλαμβάνοντας πλατείες. Δυο συγκοινωνούντα δοχεία. « Μπαρσαλόνα